ειδέχθεια

ειδέχθεια
εἰδέχθεια, η (Α) [ειδεχθής]
αποκρουστική όψη.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • εἰδεχθείᾳ — εἰδεχθείᾱͅ , εἰδέχθεια odious fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδέχθεια — odious fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδεχθείας — εἰδεχθείᾱς , εἰδέχθεια odious fem acc pl εἰδεχθείᾱς , εἰδέχθεια odious fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδέχθειαν — εἰδέχθεια odious fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”